μετριόφρονας

μετριόφρονας
ο, η
ο απλός στη συμπεριφορά, ο σεμνός, αυτός που δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του: Είναι μετριόφρονας και δεν του αρέσουν οι κολακείες.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • αφάνταχτος — η, ο 1. εκείνος που δεν φαντάζει, που δεν έχει εντυπωσιακή εμφάνιση 2. ο μετριόφρονας 3. αφάνταστος, εξαιρετικός …   Dictionary of Greek

  • μετριόφρων — ον, αρσ. και μετριόφρονας (ΑΜ μετριόφρων, ον) αυτός που δεν τού αρέσει να επιδεικνύει την αξία του, που έχει απλούς τρόπους, σεμνός, απλός, ταπεινόφρων, μετριοπαθής. Επίρρ. μετριοφρόνως (Μ μετριοφρόνως) με μετριόφρονα τρόπο, με μετριοφροσύνη,… …   Dictionary of Greek

  • σεμνός — ή, ό / σεμνός, ή, όν, ΝΜΑ σοβαρός, ευπρεπής, κόσμιος (α. «είναι σεμνός και συνετός νέος» β. «διακόνους ὡσαύτως σεμνούς, μὴ διλόγους», ΚΔ) νεοελλ. 1. συνεσταλμένος, ντροπαλός 2. συνετός, μετριόφρονας μσν. νέος, νεαρός, μικρός (ἅμα τῆς ἑαυτοῡ… …   Dictionary of Greek

  • ταπεινοφρονώ — ταπεινοφρονῶ, έω, ΝΑ [ταπεινόφρων, ονος] είμαι ταπεινόφρονας, μετριόφρονας αρχ. είμαι άθυμος, κακόκεφος …   Dictionary of Greek

  • ταπεινός — ή, ό / ταπεινός, ή, όν, ΝΜΑ 1. (με θετ. σημ.) μετριόφρονας, σεμνός (α. «παρά το ότι έχει πετύχει πολλές διακρίσεις στον χώρο τής επιστήμης του, είναι πολύ ταπεινός» β. «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν», ΠΔ) 2. (με αρνητική σημ.) α)… …   Dictionary of Greek

  • ταπεινόφρονας — ο / ταπεινόφρων, ὁ, ἡ, ΝΜΑ, και θηλ. ταπεινόφρων και ως επίθ. ταπεινόφρων, ον, Ν μετριόφρονας, μετριοπαθής αρχ. 1. ποταπός, χαμερπής 2. δουλοπρεπής. επίρρ... ταπεινοφρόνως ΝΜΑ με ταπεινοφροσύνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταπεινός + φρων (< φρήν, φρενός),… …   Dictionary of Greek

  • ταπεινόψυχος — ον, Α μετριόφρονας, ταπεινόφρονας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ταπεινός + ψυχος (< ψυχή), πρβλ. μεγαλό ψυχος] …   Dictionary of Greek

  • ακόμπαστος — η, ο επίρρ. α αυτός που δεν καυχιέται, μετριόφρονας: Ήταν άνθρωπος πολύ ικανός και ακόμπαστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αφάνταχτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δε φαντάζει, δεν κάνει εντύπωση: Το σπίτι εξωτερικά είναι αφάνταχτο. 2. αυτός που δεν είναι φαντασμένος, ο μετριόφρονας (αντίθ. φαντασμένος): Μ όλα τα πλούτη που απόχτησε έμεινε άνθρωπος αφάνταχτος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεμνός — ή, ό επίρρ. ά 1. ευπρεπής, σοβαρός: Σεμνοί τρόποι. – Σεμνή τελετή. 2. μετριόφρονας, ταπεινός, ντροπαλός: Σεμνός νέος. – Σεμνή γυναίκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”